βηχός

βήξ, βηχός
Grammatical information: m. f.
Meaning: `coughing' (Th.).
Other forms: also βηκός, s. Schulze Kl. Schr. 703)
Derivatives: Demin. βηχίον, also a plant `colt's-foot, (Hustenkraut), Tussilago farfara', as medicine against coughing (Lehmann KZ 41, 94, Strömberg Pflanzennamen 8 5f.). Denomin. βήσσω, βήξω, ἔβηξα.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: The root noun βήξ denotes the illness as active (though not necessarily as a demon, Radermacher WienAkSb 202, 1 S. 10 A. 2). Fur. 128 notes βήκιον and πήχιον as variants and concludes (hard to escape) to Pre-Gr.; hardly IE (Eng. cough) with Pisani Arch. glott. it 53 (1968) 63f. Ultimately onomatopoetic?.
Page in Frisk: 1,233-234

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βηχός — βήξ cough masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υγρόβηξ — βηχος, ὁ, Α βήχας που συνοδεύεται με εξαγωγή φλεμάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγρός + βήξ] …   Dictionary of Greek

  • βήχας —  Αντανακλαστικό φαινόμενο που συνίσταται στη βίαιη εκπνοή, με τη γλωττίδα αρχικά κλεισμένη, για να ανοίξει στη συνέχεια απότομα. Αποσκοπεί στην απομάκρυνση εκκριμάτων και ξένων σωμάτων από τις αεροφόρους οδούς. Το αντανακλαστικό του β.… …   Dictionary of Greek

  • προσίνομαι — και προσινῶ, όω, Α βλάπτω, προξενώ κακό εκ τών προτέρων («ἐτελεύτα προσινωθεὶς στόμαχον καὶ βηχὸς προπειραθείς», Αρετ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + σίνομαι / σινῶ «βλάπτω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.